Φάκελλος: φαγητό (επίλογος)
[Μια τελείως άσχετη] εισαγωγή.
Παρασκευή βράδυ. Ελεύθερος χρόνος. Συγγραφική διάθεση. Έπειτα από μια αποτυχημένη απόπειρα κολύμβησης (αφού η πισίνα ήταν κλειστή για το κοινό λόγω αγώνων [τι αγώνες, δεν έχω ιδέα]) το πλήρωμα του χρόνου έφτασε ξανά για διήμερη ακατάπαυστη ιστολόγηση.
[Μια όχι και τόσο άσχετη] εισαγωγή.
Έχοντας φάει το τελευταίο κομμάτι της δεύτερης -και τελευταίας- δωρεάν πίτσας που βουτήξαμε χτες το απόγευμα με τον Μέχμετ από το ισόγειο (το δωρεάν φαγητό θα αποτελέσει ξεχωριστή θεματική ενότητα), και έχοντας καταναλώσει άλλον έναν αστροδολλαρικό frappuccino mocha (μήπως έχω εθιστεί;) είμαι έτοιμος να κάνω ακόμα "ένα μικρό βήμα για μένα, ένα τεράστιο βήμα για τον Τσαμπίκο" γράφοντας τον επίλογο στον φάκελλο φαγητό.
[Κύριο θέμα, δηλαδή, ] επίλογος
Το τέλος της χρονιάς με βρίσκει να έχω δοκιμάσει ένα σωρό διαφορετικές κουζίνες και φαγητά. Θυμάμαι στα σίγουρα πως έχω πάει πάει σε κινέζικο, κορεάτικο, ινδικό, ελληνικό, αμερικάνικο, μεξικάνικο, βιετναμέζικο, βραζιλιάνικο και ιταλικό (χωρίς καν να το παίζουμε 'μουράτοι, ψηλομύτες γευσιγνώστες ιντερνασιονάλ'). Ίσως επίσης να έχω πάει σε ταϊβανέζικο και γιαπωνέζικο, αλλά αυτό δεν ημπορώ να το πω με σιγουριά. Σε αντίθεση με τα πράγματα στην Ελλάδα, εδώ δεν θεωρείται 'σπέσιαλ' και 'haute cuisine-υψηλή κοινωνία (ξέρεις και καλά)' το να πας να φας περίεργο φαγητό σε περίεργη κουζίνα. Στην Ελλάδα -αν θυμάμαι καλά- έπαιρνες την κοπέλα σου να πας 'στο κινέζικο' (πράξη που συνήθως χαίρει εκτιμήσεως), σε σερβίρανε δυο βλακείες με ρύζι, πλήρωνες 15 ευρώ το πιάτο (δηλαδή σου πιάνανε τον κώλο κανονικά), μετά έτρωγες και το fortune cookie και γύριζες σπίτι χαρούμενος και αγαπημένος...
Ταυροκόπρανα!
Εδώ τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Περπατάς και πεινάς. Είσαι με φίλο ή φίλη. Σου λέει: "το ινδικό έχει μεσημεριανό μπουφέ με 9 δολλάρια (ούτε 7 ευρώ). Θες να πάμε να σαβουριάσουμε?" (από το γαλλικό savourer που σημαίνει goûter avec attention et avec plaisir, και όχι από το σαβούρα ή το σαβουρώνω). Δεν αρνείσαι. Μπαίνεις. Δοκιμάζεις. Φχαριστιέσαι φαΐ και φεύγεις χαρούμενος, ούτε πιασμένος στους γλουτούς, ούτε τίποτα.
Γαμάτα!
Το άλλο που θέλω να σου εξομολογηθώ Τσαμπίκο, είναι ότι παρά τη διαρκή έκθεσή μου σε νέες κουζίνες και φαγητά, έχει σταθεί αδύνατο να μάθω έστω και τα βασικά της κάθε κουζίνας. Στο λέω αυτό, γιατί έτσι και πάμε ποτέ μαζί να φάμε τίποτα περίεργο, ίσως με ρωτήσεις τη γνώμη μου. Αλλά εγώ δεν θα έχω γνώμη, θα αποφασίζω μόνο μέσω δακτύλου...
Εννοώ ότι στην αρχή φιλότιμα προσπαθούσα να μάθω κανά όνομα φαγητού, π.χ. στα κινέζικα εστιατόρια. Όταν όμως μάθαινα 3-4 ονόματα, πηγαίναμε σε άλλο εστιατόριο π.χ. μεξικάνικο. Μας φέρνανε άλλο μενού, με άλλα (μύρια-όσα) ονόματα φαγητών και η διαδικασία απομνημόνευσης ονομάτων φαγητών ξεκινούσε από την αρχή (ξεχνώντας παράλληλα τα όσα είχα μάθει από τον κινέζικο κατάλογο). Ο τυχαίος περίπατος (έτσι για να χρησιμοποιήσω και λίγη ορολογία) συνεχιζόταν και όταν κάποια στιγμή γυρνούσαμε σε ένα είδος εστιατορίου που είχαμε επισκεφθεί στο παρελθόν, τότε συνειδητοποιούσα ότι η όλη προσπάθεια είχα πάει στράφι...
Από ένα σημείο και μετά λοιπόν, σταμάτησα καν να προσπαθώ και άρχισα να παραγγέλνω με το δάχτυλο (σηκώνεις το δάχτυλο πάνω από τον κατάλογο, καθορίζεις τη συντεταγμένη x μετά καθορίζεις τη συντεταγμένη y, κατεβάζεις το δάχτυο και παραγγέλνεις αυτό που δείχνει ο δείκτης), ούτε καν με το ένστικτο.
Πράγματι, μετά από 10 μήνες δοκιμών, μπορώ μόνο να θυμηθώ δυο ονόματα κινεζικών φαγητών (λο μέιν, μάρπο τόφου, [το σέσαμι τσίκεν δεν το μετράω]), ένα όνομα ινδικού (μουργκ μαχάνι), ένα κορεάτικο (κίμτσι), ένα μεξικάνικο (εντσιλάδα [κ/χ]ορίζο) και μια γιαπωνέζικη μπύρα (σαπόρο). Με λίγα λόγια, γαστρονομική λεξιπενία...
Που λες Τσαμπίκο, έχω την εντύπωση ότι ο φάκελλος φαγητό φούσκωσε πολύ (ελπίζω να ήταν εξίσου χορταστικός) και συνεπώς νομίζω πως είναι ώρα να κλείσει.
Αντιός.
Παρασκευή βράδυ. Ελεύθερος χρόνος. Συγγραφική διάθεση. Έπειτα από μια αποτυχημένη απόπειρα κολύμβησης (αφού η πισίνα ήταν κλειστή για το κοινό λόγω αγώνων [τι αγώνες, δεν έχω ιδέα]) το πλήρωμα του χρόνου έφτασε ξανά για διήμερη ακατάπαυστη ιστολόγηση.
[Μια όχι και τόσο άσχετη] εισαγωγή.
Έχοντας φάει το τελευταίο κομμάτι της δεύτερης -και τελευταίας- δωρεάν πίτσας που βουτήξαμε χτες το απόγευμα με τον Μέχμετ από το ισόγειο (το δωρεάν φαγητό θα αποτελέσει ξεχωριστή θεματική ενότητα), και έχοντας καταναλώσει άλλον έναν αστροδολλαρικό frappuccino mocha (μήπως έχω εθιστεί;) είμαι έτοιμος να κάνω ακόμα "ένα μικρό βήμα για μένα, ένα τεράστιο βήμα για τον Τσαμπίκο" γράφοντας τον επίλογο στον φάκελλο φαγητό.
[Κύριο θέμα, δηλαδή, ] επίλογος
Το τέλος της χρονιάς με βρίσκει να έχω δοκιμάσει ένα σωρό διαφορετικές κουζίνες και φαγητά. Θυμάμαι στα σίγουρα πως έχω πάει πάει σε κινέζικο, κορεάτικο, ινδικό, ελληνικό, αμερικάνικο, μεξικάνικο, βιετναμέζικο, βραζιλιάνικο και ιταλικό (χωρίς καν να το παίζουμε 'μουράτοι, ψηλομύτες γευσιγνώστες ιντερνασιονάλ'). Ίσως επίσης να έχω πάει σε ταϊβανέζικο και γιαπωνέζικο, αλλά αυτό δεν ημπορώ να το πω με σιγουριά. Σε αντίθεση με τα πράγματα στην Ελλάδα, εδώ δεν θεωρείται 'σπέσιαλ' και 'haute cuisine-υψηλή κοινωνία (ξέρεις και καλά)' το να πας να φας περίεργο φαγητό σε περίεργη κουζίνα. Στην Ελλάδα -αν θυμάμαι καλά- έπαιρνες την κοπέλα σου να πας 'στο κινέζικο' (πράξη που συνήθως χαίρει εκτιμήσεως), σε σερβίρανε δυο βλακείες με ρύζι, πλήρωνες 15 ευρώ το πιάτο (δηλαδή σου πιάνανε τον κώλο κανονικά), μετά έτρωγες και το fortune cookie και γύριζες σπίτι χαρούμενος και αγαπημένος...
Ταυροκόπρανα!
Εδώ τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Περπατάς και πεινάς. Είσαι με φίλο ή φίλη. Σου λέει: "το ινδικό έχει μεσημεριανό μπουφέ με 9 δολλάρια (ούτε 7 ευρώ). Θες να πάμε να σαβουριάσουμε?" (από το γαλλικό savourer που σημαίνει goûter avec attention et avec plaisir, και όχι από το σαβούρα ή το σαβουρώνω). Δεν αρνείσαι. Μπαίνεις. Δοκιμάζεις. Φχαριστιέσαι φαΐ και φεύγεις χαρούμενος, ούτε πιασμένος στους γλουτούς, ούτε τίποτα.
Γαμάτα!
Το άλλο που θέλω να σου εξομολογηθώ Τσαμπίκο, είναι ότι παρά τη διαρκή έκθεσή μου σε νέες κουζίνες και φαγητά, έχει σταθεί αδύνατο να μάθω έστω και τα βασικά της κάθε κουζίνας. Στο λέω αυτό, γιατί έτσι και πάμε ποτέ μαζί να φάμε τίποτα περίεργο, ίσως με ρωτήσεις τη γνώμη μου. Αλλά εγώ δεν θα έχω γνώμη, θα αποφασίζω μόνο μέσω δακτύλου...
Εννοώ ότι στην αρχή φιλότιμα προσπαθούσα να μάθω κανά όνομα φαγητού, π.χ. στα κινέζικα εστιατόρια. Όταν όμως μάθαινα 3-4 ονόματα, πηγαίναμε σε άλλο εστιατόριο π.χ. μεξικάνικο. Μας φέρνανε άλλο μενού, με άλλα (μύρια-όσα) ονόματα φαγητών και η διαδικασία απομνημόνευσης ονομάτων φαγητών ξεκινούσε από την αρχή (ξεχνώντας παράλληλα τα όσα είχα μάθει από τον κινέζικο κατάλογο). Ο τυχαίος περίπατος (έτσι για να χρησιμοποιήσω και λίγη ορολογία) συνεχιζόταν και όταν κάποια στιγμή γυρνούσαμε σε ένα είδος εστιατορίου που είχαμε επισκεφθεί στο παρελθόν, τότε συνειδητοποιούσα ότι η όλη προσπάθεια είχα πάει στράφι...
Από ένα σημείο και μετά λοιπόν, σταμάτησα καν να προσπαθώ και άρχισα να παραγγέλνω με το δάχτυλο (σηκώνεις το δάχτυλο πάνω από τον κατάλογο, καθορίζεις τη συντεταγμένη x μετά καθορίζεις τη συντεταγμένη y, κατεβάζεις το δάχτυο και παραγγέλνεις αυτό που δείχνει ο δείκτης), ούτε καν με το ένστικτο.
Πράγματι, μετά από 10 μήνες δοκιμών, μπορώ μόνο να θυμηθώ δυο ονόματα κινεζικών φαγητών (λο μέιν, μάρπο τόφου, [το σέσαμι τσίκεν δεν το μετράω]), ένα όνομα ινδικού (μουργκ μαχάνι), ένα κορεάτικο (κίμτσι), ένα μεξικάνικο (εντσιλάδα [κ/χ]ορίζο) και μια γιαπωνέζικη μπύρα (σαπόρο). Με λίγα λόγια, γαστρονομική λεξιπενία...
Που λες Τσαμπίκο, έχω την εντύπωση ότι ο φάκελλος φαγητό φούσκωσε πολύ (ελπίζω να ήταν εξίσου χορταστικός) και συνεπώς νομίζω πως είναι ώρα να κλείσει.
Αντιός.


0 Comments:
Post a Comment
<< Home