Μια συγκινητική βραδιά
Παρασκευή βράδυ. Βράδυ Ιουλίου. Ενός Ιουλίου όμως που δεν σε κάνει να καταλάβεις καλοκαίρι. Χωρίς τη ζέστη που έχουμε στην Ελλάδα, χωρίς την όρεξη να πας στην παραλία, χωρίς την ατμόσφαιρα του καλοκαιριού που σε κάνει να σκέφτεσαι διακοπές διαρκώς και διακαώς.
Το θέμα όμως είναι άλλο. Το θέμα είναι ο Δημήτρης που φεύγει για Ελλάδα. Μετά από δέκα χρόνια παραμονής στην Αμερική ο Demetri αποφάσισε να επαναπατριστεί. Μέσω του στενού του φίλου Φάντι (νομίζω Λιβανέζος) αλλά και της ελληνοαμερικάνικης παρέας (Νικ, Νικ, Νικ και Νικ [εντάξει πλάκα κάνω]) κανονίστηκε surprise dinner στο εστιατόρειο Aegean. Εκεί μάνι-μάνι (βλέπεις Τσαμπίκο, δεν έχω ξεχάσει ακόμα τα ελληνικά μου) μαζευτήκαμε γύρω στα 30 άτομα. Αναλογία κοριτσάκια:αγοράκια κάπου ανάμεσα στο 1:2 και 1:3 (με λίγα λόγια μαζευτήκαμε όλοι οι ελληνο-μπαούτσοι). Είχαν εμφανιστεί βέβαια και κάτι ζεύγη στήθια που έκαναν πιο πικάντικη τη βραδιά (και δεν δέχομαι παρατηρήσεις από την Τσαμπίκα για τον τρόπο που αναφέρομαι στα κορίτσια, γιατί όταν σου έρχεται η άλλη με ένα φόρεμα που τα έχει πετάξει όλα έξω [όλα τα σφάζω όλα τα μαχαιρώνω] και εσύ από καλοσύνη [και μόνο] θες να πας και να της πεις "πρόσεχε θα σου πέσουν" τότε έχω κάθε δικαίωμα να επικεντρώνομαι στα στήθια και όχι στην κοπέλα αυτή καθεαυτή).
Φάγαμε (για την ακρίβεια σκάσαμε), ήπιαμε (μια κόκα κόλα σούπερ-γλυκιά γιατί φαίνεται δεν την καθαρίζουν συχνά τη σουλήνα), ευχαριστηθήκαμε, δηλαδή ο Demetri μας ευχαρίστησε που πήγαμε να του πούμε Γεια Χαρά Ντάν και γενικά περάσαμε καλά αν εξαιρέσουμε την αμερικάνα σερβιτόρα που μας έπρηξε τα ριπαπά με τις 49 [μετρημένες] ελληνικές λέξεις που ήξερε (μας τάραξε στα "τι κάνεις", "τελείωσες", "θέλεις νερό", "θέλεις γλυκό", "όχι; γιατί;").
Μετά το φαΐ, όλη η κομπανία αποφάσισε να συνεχίσει τη βραδιά στο μαγαζί "τριαντατρία" το οποίο επίσης "ζέχνει Ελλάδα". Κι αυτό, γιατί όταν πας σε νυχτερινό μαγαζί της Βοστώνης και χωρίς να είναι οργανωμένη ελληνική βραδιά ακούς Δάντη, Παπαρίζου, Σαρμπέλ, Μητροπάνου (και άλλους πολλούς) τότε, οκέι, παίρνεις μυρουδιά και νοιώθεις κάπως πιο κοντά στη χώρα που σε γέννησε (όχι συνειρμοί παρακαλώ, όχι συνειρμοί).
Εκεί στο 33 λοιπόν, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω το μεταναστεύσαν ελληνικό στοιχείο. Το πόρισμα της βραδιάς λέει ότι οι Έλληνες έχουν για το ντύσιμό τους δύο επιλογές:
1. τζιν και κολλητή μπλούζα (αν έχουν πάει γυμναστήριο τον προηγούμενο μήνα)
2. τζιν και μονόχρωμο πουκάμισο με ανοιχτά τα πάνω κουμπιά και συνοδευόμενο -υποχρεωτικά- από τρίχα αλά αρκουδέ και σταυρουδάκι αλά χριστιανέ (καμιά φορά γίνεται και σταυρουδάρα αν είσαι εξαντρίκ).
Όλοι οι υπόλοιποι ενδυματολογικοί συνδυασμοί απλώς δεν υφίστανται. Άντε, το μονόχρωμο πουκάμισο να γίνει ριγέ ή καρό, γεγονός όμως που αποτελεί αρκετά ισχυρή ένδειξη ότι ο φορετής (= αυτός που φοράει) του υποκαμίσου είτε είναι γεννημένος στην ξενιτιά είτε έχει ζήσει πολλά πολλά χρόνια στον παράξενο τούτο κόσμο.

Παρεμπιπτόντως, διαπίστωσα ότι κι εγώ, ως γνήσιος εκπρόσωπος (όπως φαίνεται στ'αριστερά), είχα πιστά ακολουθήσει τη φωνή της ελληνικής -αν μη τι άλλο- συνείδησής μου.
Επίσης για άλλη μια φορά συμφώνησα με τον εαυτό μου ότι ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της βορειοανατολικής Αμερικής αποτελεί φοβερό πλεονέκτημα αυτού του τόπου καθώς μέσα σε ένα κλαμπ και μόνο, μπορούσες να βρεις Ουκρανέζες (μία για την ακρίβεια, αλλά τί μία, μιλάμε για smoking hot γκόμενα), Αμερικάνες, Ελληνίδες, Λιβανέζες, Αλβανίδες, Ρωσίδες και ποιός ξέρει τί άλλο μας ξέφυγε...
Και επειδή γράφοντας ξεχνιέσαι, παραλίγο να παραλείψω την πιο συγκινητική -για μένα τουλάχιστον- στιγμή, όταν στα τελευταία πέντε λεπτά της βραδιάς (δύο παραπέντε με δύο [τι φλωράτζες αυτοί οι αμερικάνοι]) ο Demetri -πιωμένος φυσικά- χόρεψε την τελευταία (πριν το μεγάλο ταξίδι) ζεμπεκιά, ακολουθούμενος από τον Σάμι και τον άλλο φίλο του που ήρθε από το Ντιτρόιτ μόνο και μόνο για να τον χαιρετήσει. Συγκινητικό ακόμη γιατί και οι τρεις τους χόρευαν ζεμπέκικο δέκα φορές καλύτερα από εμένα τον 100% Έλληνα που ποτέ δεν μπόρεσα σ'αυτό το χορό να σύρω σωστά τα πόδια μου. Τώρα όμως που νοιώθω την ανάγκη να χορέψω, έχω μόνο το google στη διάθεσή μου, που θα μου βρει σε 0.00263 δευτερόλεπτα το "ζεμπέκικο-dance how to" για το οποίο θα ψάξω αμέσως μετά τη συγγραφή και κοινοποίηση του ποστ ετούτου.
Στα παραλειπόμενα της αφήγησης συγκαταλέγεται το κάρο έξω από το Aegean που ούτε συγκινητικό ήταν, ούτε ελληνικό αλλά τουλάχιστον μπόρεσε να κραυγάσει δίχως φωνή:
"This is America"

Ο νηφάλιος (αφού κρατάει δυνάμεις για τον Αύγουστο) ιστολόγος, το καλεί για τη μέρα και πάει να πιάσει κουβέντα με τον -σχεδόν εθισμένο στο ιντερνετικό πόκερ- Στήβ στις τεσσεράμιση το πρωί, λίγο πριν τραβήξει για το σπίτι.
Πίντσι Παναγιώτης. Πίντσι μπλόγκ. Πίντσι Χάρβαρντ. Πίντσι Αμέρικα. Αντιός αμίγκος.
Το θέμα όμως είναι άλλο. Το θέμα είναι ο Δημήτρης που φεύγει για Ελλάδα. Μετά από δέκα χρόνια παραμονής στην Αμερική ο Demetri αποφάσισε να επαναπατριστεί. Μέσω του στενού του φίλου Φάντι (νομίζω Λιβανέζος) αλλά και της ελληνοαμερικάνικης παρέας (Νικ, Νικ, Νικ και Νικ [εντάξει πλάκα κάνω]) κανονίστηκε surprise dinner στο εστιατόρειο Aegean. Εκεί μάνι-μάνι (βλέπεις Τσαμπίκο, δεν έχω ξεχάσει ακόμα τα ελληνικά μου) μαζευτήκαμε γύρω στα 30 άτομα. Αναλογία κοριτσάκια:αγοράκια κάπου ανάμεσα στο 1:2 και 1:3 (με λίγα λόγια μαζευτήκαμε όλοι οι ελληνο-μπαούτσοι). Είχαν εμφανιστεί βέβαια και κάτι ζεύγη στήθια που έκαναν πιο πικάντικη τη βραδιά (και δεν δέχομαι παρατηρήσεις από την Τσαμπίκα για τον τρόπο που αναφέρομαι στα κορίτσια, γιατί όταν σου έρχεται η άλλη με ένα φόρεμα που τα έχει πετάξει όλα έξω [όλα τα σφάζω όλα τα μαχαιρώνω] και εσύ από καλοσύνη [και μόνο] θες να πας και να της πεις "πρόσεχε θα σου πέσουν" τότε έχω κάθε δικαίωμα να επικεντρώνομαι στα στήθια και όχι στην κοπέλα αυτή καθεαυτή).
Φάγαμε (για την ακρίβεια σκάσαμε), ήπιαμε (μια κόκα κόλα σούπερ-γλυκιά γιατί φαίνεται δεν την καθαρίζουν συχνά τη σουλήνα), ευχαριστηθήκαμε, δηλαδή ο Demetri μας ευχαρίστησε που πήγαμε να του πούμε Γεια Χαρά Ντάν και γενικά περάσαμε καλά αν εξαιρέσουμε την αμερικάνα σερβιτόρα που μας έπρηξε τα ριπαπά με τις 49 [μετρημένες] ελληνικές λέξεις που ήξερε (μας τάραξε στα "τι κάνεις", "τελείωσες", "θέλεις νερό", "θέλεις γλυκό", "όχι; γιατί;").
Μετά το φαΐ, όλη η κομπανία αποφάσισε να συνεχίσει τη βραδιά στο μαγαζί "τριαντατρία" το οποίο επίσης "ζέχνει Ελλάδα". Κι αυτό, γιατί όταν πας σε νυχτερινό μαγαζί της Βοστώνης και χωρίς να είναι οργανωμένη ελληνική βραδιά ακούς Δάντη, Παπαρίζου, Σαρμπέλ, Μητροπάνου (και άλλους πολλούς) τότε, οκέι, παίρνεις μυρουδιά και νοιώθεις κάπως πιο κοντά στη χώρα που σε γέννησε (όχι συνειρμοί παρακαλώ, όχι συνειρμοί).Εκεί στο 33 λοιπόν, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω το μεταναστεύσαν ελληνικό στοιχείο. Το πόρισμα της βραδιάς λέει ότι οι Έλληνες έχουν για το ντύσιμό τους δύο επιλογές:
1. τζιν και κολλητή μπλούζα (αν έχουν πάει γυμναστήριο τον προηγούμενο μήνα)
2. τζιν και μονόχρωμο πουκάμισο με ανοιχτά τα πάνω κουμπιά και συνοδευόμενο -υποχρεωτικά- από τρίχα αλά αρκουδέ και σταυρουδάκι αλά χριστιανέ (καμιά φορά γίνεται και σταυρουδάρα αν είσαι εξαντρίκ).
Όλοι οι υπόλοιποι ενδυματολογικοί συνδυασμοί απλώς δεν υφίστανται. Άντε, το μονόχρωμο πουκάμισο να γίνει ριγέ ή καρό, γεγονός όμως που αποτελεί αρκετά ισχυρή ένδειξη ότι ο φορετής (= αυτός που φοράει) του υποκαμίσου είτε είναι γεννημένος στην ξενιτιά είτε έχει ζήσει πολλά πολλά χρόνια στον παράξενο τούτο κόσμο.

Παρεμπιπτόντως, διαπίστωσα ότι κι εγώ, ως γνήσιος εκπρόσωπος (όπως φαίνεται στ'αριστερά), είχα πιστά ακολουθήσει τη φωνή της ελληνικής -αν μη τι άλλο- συνείδησής μου.
Επίσης για άλλη μια φορά συμφώνησα με τον εαυτό μου ότι ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της βορειοανατολικής Αμερικής αποτελεί φοβερό πλεονέκτημα αυτού του τόπου καθώς μέσα σε ένα κλαμπ και μόνο, μπορούσες να βρεις Ουκρανέζες (μία για την ακρίβεια, αλλά τί μία, μιλάμε για smoking hot γκόμενα), Αμερικάνες, Ελληνίδες, Λιβανέζες, Αλβανίδες, Ρωσίδες και ποιός ξέρει τί άλλο μας ξέφυγε...
Και επειδή γράφοντας ξεχνιέσαι, παραλίγο να παραλείψω την πιο συγκινητική -για μένα τουλάχιστον- στιγμή, όταν στα τελευταία πέντε λεπτά της βραδιάς (δύο παραπέντε με δύο [τι φλωράτζες αυτοί οι αμερικάνοι]) ο Demetri -πιωμένος φυσικά- χόρεψε την τελευταία (πριν το μεγάλο ταξίδι) ζεμπεκιά, ακολουθούμενος από τον Σάμι και τον άλλο φίλο του που ήρθε από το Ντιτρόιτ μόνο και μόνο για να τον χαιρετήσει. Συγκινητικό ακόμη γιατί και οι τρεις τους χόρευαν ζεμπέκικο δέκα φορές καλύτερα από εμένα τον 100% Έλληνα που ποτέ δεν μπόρεσα σ'αυτό το χορό να σύρω σωστά τα πόδια μου. Τώρα όμως που νοιώθω την ανάγκη να χορέψω, έχω μόνο το google στη διάθεσή μου, που θα μου βρει σε 0.00263 δευτερόλεπτα το "ζεμπέκικο-dance how to" για το οποίο θα ψάξω αμέσως μετά τη συγγραφή και κοινοποίηση του ποστ ετούτου.
Στα παραλειπόμενα της αφήγησης συγκαταλέγεται το κάρο έξω από το Aegean που ούτε συγκινητικό ήταν, ούτε ελληνικό αλλά τουλάχιστον μπόρεσε να κραυγάσει δίχως φωνή:
"This is America"

Ο νηφάλιος (αφού κρατάει δυνάμεις για τον Αύγουστο) ιστολόγος, το καλεί για τη μέρα και πάει να πιάσει κουβέντα με τον -σχεδόν εθισμένο στο ιντερνετικό πόκερ- Στήβ στις τεσσεράμιση το πρωί, λίγο πριν τραβήξει για το σπίτι.
Πίντσι Παναγιώτης. Πίντσι μπλόγκ. Πίντσι Χάρβαρντ. Πίντσι Αμέρικα. Αντιός αμίγκος.


0 Comments:
Post a Comment
<< Home