Τέλος εξαμήνου, σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις...
Νομίζω ότι ο τίτλος δηλώνει με τον καλύτερο τρόπο το περιεχόμενο του συγκεκριμένου "άρθρου" (όπου άρθρο βάζουμε πόστ). Κι αυτό γιατί πέρα από το τέλος του εξαμήνου -και της χρονιάς γενικότερα- ήρθαν και ένα σωρό σκέψεις που με κάποιους μοιράστηκα, με περισσότερους όμως θα ήθελα να συζητήσω. Ας αρχίσω όμως από το πρώτο τμήμα της ιστορίας που με απασχόλησε σήμερα το απόγευμα μέχρι το βράδυ (ναι, θα τα γράψω τώρα που οι φλόγες δεν έχουν σβήσει ακόμη, όπως λέει και ο Ρέημον Καρτιέ για τα απομνημονεύματα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου), πριν έρθουν οι σκέψεις που με απασχολούν ακόμη...
Το τέλος του εξαμήνου, το τέλος της χρονιάς
Λοιπόν σήμερα -δηλαδή χτές- ήταν Παρασκευή και είχαμε το τελευταίο διαγώνισμα της χρονιάς. Αυτό ήταν στο μάθημα Θεωρία Αποφάσεων, και μπορώ να πω ότι προσπάθησα όσο μπορούσα ο καψερός να διαβάσω (κατά τη διάρκεια της τελευταίας μέρας και νύχτας, γιατί νωρίτερα ήταν σχεδόν αδύνατο να συγκεντρωθώ...). Διάβαζα για όλο σχεδόν το βράδυ, μέχρι τις τέσσερις περίπου, που αποφασίσαμε με τον Κλήφ και την Τζάνγκ ότι δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε άλλη σοβαρή δουλειά, οπότε και το διαλύσαμε. Εγώ αφού τους είπα ότι θα πήγαινα στο σπίτι για μπανάκι, μου πρότειναν να μπανιαριστώ στο Child Hall, και σαν σωστός Πάνος Κουρέτας δεν είπα όχι. Πήρα μια ροζ πετσέτα που είχαν δώσει στην Τζάνγκ από την εκκλησία στην οποία πηγαίνει, πήρα και κάτι σαμπουάν κι αφρόλουτρα από τον Κληφ (άφησα τα μαλακτικά) και μπανιαρίστηκα για πρώτη φορά στο Child Hall. Μετά γύρισα για τον καθιερωμένο -μα τελευταίο- ύπνο της χρονιάς στον καναπέ του γραφείου. Ξυπνώντας το πρωί, γύρω στις 10-11, άρχισα πάλι να σκέφτομαι τα θέματα του διαγωνίσματος, και τον επικείμενο πούλο... Πήγαμε στο διαγώνισμα στις 2:15, κάτσαμε σε μια αίθουσα μέσα στην οποία γράφανε τελικό διαγώνισμα τρία διαφορετικά τμήματα (στα αριστερά της αίθουσας κάθονταν οι φοιτητές που εξετάζονταν στα λατινικά, στο κέντρο κάθονταν οι φοιτητές της Θεωρίας Αποφάσεων, στα δεξιά οι φοιτητές που εξατάζ0νταν στα Ελληνικά (!!) ). Μην αναφέρω για τα θέματα, και για τη δυσκολία τους, θα το αφήσω έτσι να αιωρείται. Μετά από το διαγώνισμα πάντως, και μετά την τεράστια φραπεδούμπα που κατανάλωσα πριν και κατά τη διάρκεια του διαγωνίσματος έτσι ώστε να μπορεί το μυαλό να λειτουργεί, βγήκα έξω από την αίθουσα και ήταν καλά. Έπειτα όμως βγήκα έξω από το κτίριο, και τότε τα είδα όλα... Σαν να βγαίνεις από τη σπηλιά στην οποία περιπλανιέσαι για μήνες, ξαφνικά στο φως και να τα βλέπεις όλα φωτεινά και διαφορετικά. Ομολογώ πως δεν είχα συνειδητοποιήσει το γεγονός. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι μια χρονιά στο Χάρβαρντ είχε περάσει ανεπιστρεπτί, είχε περάσει στην ιστορία, είχε περάσει "μια και καλή και γειά σας"... Ομολογώ πως μόνο όταν βγήκα στον ήλιο που έκαιγε (βίρκλιχ, απίστευτο για Βοστώνη, πιάσαμε 33 βαθμούς κελσίου) κατάλαβα ότι είχε έρθει το καλοκαίρι, ότι δεν είχα πια υποχρεώσεις για το πανεπιστήμιο, ότι είχαν τελειώσει τα πάντα, ότι οι μόνες υποχρεώσεις που έχω πλέον κατά νου αφορούν την καλοκαιρινή μου δουλειά στο πανεπιστήμιο...Τότε, το ομολογώ ένοιωσα κάπως περίεργα και παραμιλούσα ότι ήρθε το καλοκαίρι, καθώς βλέπαμε διάφορα αυτοκίνητα (από Χιουντάι, μέχρι Μερσεντές, και Μπεμβεδικά) να μετακομίζουν τους προπτυχιακούς που πετάνε σιγά-σιγά έξω από τις εστίες. Τότε πήγαμε για το τελευταίο φαγητό στο Duddley με τον Κληφ, και την Τζάνγκ, και τον Άλεξ και τ0ν Στηβ. Όλα ξαφνικά έδειχναν ότι τα πάντα τελείωσαν για φέτος, πως ό,τι έγιν'έγινε, πως "η μέρα έφτασε στο τέλος της".
Το βράδυ
Πριν όμως καλά-καλά με πιάσει η μελαγχολία για το τέλος εποχής, ο Μέχμετ, που τυχαία συνάντησα στην εστία, πρότεινε μπύρα για να έρθει κι αυτός στα ίσα του αφού η κοπέλα του τον παράτησε για να πάει να δει τους πειρατές της Καραϊβικής (όχι πείτε μου τώρα τί μυαλό κουβαλάνε οι γκόμενες και γιατί τις λέμε "γκόμενες" στην τελική [μα τους πειρατές της Καραϊβικής?, να πας να δεις Αγγελόπουλο πάει κι έρχεται, αλλά για αυτή τη μούφα αφήνεις τον γκόμενό σου μόνο του?]). Μετά τη μία μπύρα στο Shay's ήρθε η δεύτερη (που ήταν Rolling Rock όπως και η πρώτη), και μετά τη δεύτερη ήρθε η Sapporo η γιαπωνέζικη, και τότε ήμουν έτοιμος για το πάρτυ που με είχε προετοιμάσει η Κωνσταντίνα. Το πάρτυ το διοργάνωνε κάποιος από το τμήμα της (ιστορία της τέχνης) και όπως ήταν φυσιολογικό ένα σωρό πισωγλέντηδες ήταν μαζεμένοι στην αυλή του σπιτιού που φιλοξενούσε την εκδήλωση. Όπως έμαθα αργότερα, είχα πέραση στους κεχαριτωμένους που δεν με είχαν ξαναδεί, εγώ όμως αν είδα κάποια ενδιαφέρουσα παρουσία ήταν μια τουρκάλα με την οποία μιλούσε ο Μέχμετ, από την οποία μάλιστα πήρα και δύο τσιγάρα έτσι για να γιορτάσω το τέλος της χρονιάς όπως και το ηρωικό κατόρθωμα του να μεθάς με μπύρες (γιατί ήρωας πρέπει να είσαι για να καταφέρεις να την "ακούσεις" με μπύρες μόνο).
Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Κάποια στιγμή φύγαμε από το πάρτυ, αφού μας πλαισίωσε και η παρουσία της κοπελιάς του Μέχμετ (μια 20χρονη αμερικάνα από το Wellesly, το πανεπιστήμιο θηλέων -λεσβειών κατά το 20% σύμφωνα με τον φίλο μου) και πήγαμε στο ισόγειο-υπόγειο του Memorial Hall που πλέον λειτουργεί σαν μπαρ για τους Χαρβαρντιανούς φοιτητές (με 2 USΠ την μπύρα παρακαλώ) στο οποίο μπορέσαμε να μπούμε χωρίς ηλικιακές ταυτότητες μόνο επειδή ο Μέχμετ -ως bartender- είχε τα κονέ του...Τελικά δεν πήραμε τίποτα από εκεί και αφού εγώ έφυγα νωρίτερα για το γραφείο ώστε να πάρω τον καπνό με τον οποίο ακόμα (και ποτέ μάλλον δεν θα μάθω) να στρίβω στριφτά τσιγάρα, συναντηθήκαμε έξω από το Child και το Richards για να δούμε τι θα κάνουμε.
Το σχέδιο, η έκπληξη, το ταξίδι
Τότε ήταν η ώρα που η Κωνσταντίνα άρχισε το ψηστήρι για να μάθει τι της ετοίμαζα για την επομένη (τώρα ντε, έχει ήδη αρχίσει να ροδίζει Σάββατο πρωί). Και είναι γεγονός πως της ετοίμαζα έκπληξη πρώτης τάξης αφού της είχα πει πως θα πηγαίναμε "βόλτα" κάπου, κάπως, κάποτε. Δεν της είχα πει όμως ότι στο δικό μου πονηρό μυαλό είχε καρφωθεί η ιδέα του Καναδά αφού ο Στηβ θα πήγαινε εκεί να συναντήσει κάποιους φίλους του για Ριγιούνιον και θα ήταν σπουδαία ευκαιρία να πάμε και μερικοί έξτρα. Τέλοσπάντων, η συζήτηση πήγαινε κι ερχόταν, και η Κωνσταντίνα ως σωστή επιστήμονας (πράγματι χαίρομαι για αυτήν, εγώ δυστυχώς όμως δεν μπορώ να πράξω αναλόγως) είχε τους ενδοιασμούς της αφού είχε να ετοιμάσει ένα χαρτί (το paper στα ελληνοαμερικάνικα) για τις επόμενες μέρες. Μετά από όλη τη συζήτηση, που σταδιακά μετατρεπόταν από πιθανή άρνηση σε rejection πρώτου βαθμού (κάνοντας τα αισθήματά μου να περάσουν από την όχθη της αισιοδοξίας για τον εν δυνάμει βελισσαρικό θρίαμβο (από το όνομα του φίλου μου του Γκωτιέ που πάντα κάτι τέτοια ταξίδια σκαρφίζεται) στην όχθη της Έξτρα λάρτζ χυλόπιτας...
Και εκεί που η συζήτηση το έφερνε στη "χυλόπιτα" νά τη και η Κινέζα που εμφανίστηκε τελείως κομμάτια μετά από Παρασκευοβραδιάτικη αλκοολοποσία συνοδευόμενη από Χαρβαρντιανό μαμούχαλο. Εγώ βέβαια, αφού πλέον το έχω πάρει απόφαση ότι η Κινέζα έχει γραφτεί στην ιστορία ως η δεύτερη αποτυχία σε ισάριθμες σοβαρές προσπάθειες γυναικεύρεσης (πως λέμε συνεύρεση) [η πρώτη ήταν πέρσυ τέτοιο καιρό, που κυνηγούσα -ως ερωτευμενάκι- μια περίεργη ελληνο-ουκρανέζα (όλα τα λεφτά η ιστορία)] συνεχίζω την πλάκα λέγοντας πως όταν φτάσω στις 5 συνεχόμενες αποτυχίες θα αλλάξω στυλ και θα αρχίσω να φοράω ροζ φουστανάκια. Όμως, για ακόμα μια φορά, διέπρεψα στον τομέα που συνήθως τα καταφέρνω καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, που δεν είναι παρά "η παρεξήγηση". Κι αυτό γιατί όταν είπα ότι θα γίνω γκέυ αν απορριφθώ στις 3 επόμενες προσπάθειες γυναικεύρεσης, ο μαμούχαλος ψιλοπαρεξηγήθηκε και μου έδειξε -ροζ στον ήλιο, λευκό στο σκοτάδι- πουκάμισό του, τονίζοντας πως δεν είναι πούστης. Όμως εγώ είχα πει skirts και όχι shirts και τελικά το λύσαμε το θέμα.
Βέβαια αν μπορέσαμε να λύσουμε το παραπάνω, δεν μπορέσαμε να λύσουμε το κεντρικό πρόβλημα που είχε να κάνει με το ποιός και πότε θα πήγαινε τελικά στον Καναδά. 'Εγώ ως άτομο κολλημένο (όπως πολλοί μπορούν να επιβεβαιώσουν) είχα πάρει προ πολλού την απόφασή μου να μην κάνω πίσω, προχωρώντας βουουουουρ για Καναδά.
Τώρα, δηλαδή μέχρι τις 5:30 το πρωί, όλα έχουν πάρει το δρόμο τους, αφού εγώ προσωπικά μπορώ να φροντίσω για τη διαμονή ενός ατόμου (εμού) πράγμα το οποίο και έπραξα...
Σίγουρα τα περιθώρια είναι πολύ στενά (χωρίς να είναι αδύνατο να ταξιδέψει κανείς) όμως κάτι τέτοιες ευκαιρίες δεν πρέπει να χάνονται.
Ενθουσιασμένος καθώς ήμουν λοιπόν, πήρα μια εφημερίδα στα ρώσικα, ένα εμ-πι-3 πλάιερ και ένα γιαπωνέζικο κόμικ με μετάφραση στα ισπανικά ώστε να εκμεταλλευτώ λιγάκι τις 6-6:30 ώρες του ταξιδιού
Το θέμα είναι ότι μετά από όλη αυτή τη συζήτηση, βρέθηκα και πάλι στο πάρκο που βρίσκετα κοντά στο Χάρβαρντ, να προσπαθώ να καπνίσω το τσιγάρο που έστριψα εγώ (γιατί του Τζέησον ήταν ψιλομούφα, και η Κινέζα ήταν πολύ κομμάτια για να στρίψει. Για μια ακόμη φορά συλλογιζόμουν τους φίλους που έχω και που δεν έχω εδώ στο Χάρβαρντ. Τουςνεαρούς αμερικάνους που -κατ'εμέ- δεν συζητάνε ποτέ τίποτα σοβαρό και για την έλλειψη φίλιων φίλων κοντινών και αληθινών.
Και επειδή το κεφάλι μου πέφτει από τη νύστα και την αϋπνία, αφήνω το πόστο τούτο μπας και προλάβω το λεωφορείο για τον Καναδά, με την ελπίδα ότι αυτές οι τάσεις φυγής που πάντα έχω μετά το πέρας οποιουδήποτε δύσκολου στόχου σ'αυτή τη ζωή δεν θα μου βγουν σε κακό...
Canucks here I come...
Το τέλος του εξαμήνου, το τέλος της χρονιάς
Λοιπόν σήμερα -δηλαδή χτές- ήταν Παρασκευή και είχαμε το τελευταίο διαγώνισμα της χρονιάς. Αυτό ήταν στο μάθημα Θεωρία Αποφάσεων, και μπορώ να πω ότι προσπάθησα όσο μπορούσα ο καψερός να διαβάσω (κατά τη διάρκεια της τελευταίας μέρας και νύχτας, γιατί νωρίτερα ήταν σχεδόν αδύνατο να συγκεντρωθώ...). Διάβαζα για όλο σχεδόν το βράδυ, μέχρι τις τέσσερις περίπου, που αποφασίσαμε με τον Κλήφ και την Τζάνγκ ότι δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε άλλη σοβαρή δουλειά, οπότε και το διαλύσαμε. Εγώ αφού τους είπα ότι θα πήγαινα στο σπίτι για μπανάκι, μου πρότειναν να μπανιαριστώ στο Child Hall, και σαν σωστός Πάνος Κουρέτας δεν είπα όχι. Πήρα μια ροζ πετσέτα που είχαν δώσει στην Τζάνγκ από την εκκλησία στην οποία πηγαίνει, πήρα και κάτι σαμπουάν κι αφρόλουτρα από τον Κληφ (άφησα τα μαλακτικά) και μπανιαρίστηκα για πρώτη φορά στο Child Hall. Μετά γύρισα για τον καθιερωμένο -μα τελευταίο- ύπνο της χρονιάς στον καναπέ του γραφείου. Ξυπνώντας το πρωί, γύρω στις 10-11, άρχισα πάλι να σκέφτομαι τα θέματα του διαγωνίσματος, και τον επικείμενο πούλο... Πήγαμε στο διαγώνισμα στις 2:15, κάτσαμε σε μια αίθουσα μέσα στην οποία γράφανε τελικό διαγώνισμα τρία διαφορετικά τμήματα (στα αριστερά της αίθουσας κάθονταν οι φοιτητές που εξετάζονταν στα λατινικά, στο κέντρο κάθονταν οι φοιτητές της Θεωρίας Αποφάσεων, στα δεξιά οι φοιτητές που εξατάζ0νταν στα Ελληνικά (!!) ). Μην αναφέρω για τα θέματα, και για τη δυσκολία τους, θα το αφήσω έτσι να αιωρείται. Μετά από το διαγώνισμα πάντως, και μετά την τεράστια φραπεδούμπα που κατανάλωσα πριν και κατά τη διάρκεια του διαγωνίσματος έτσι ώστε να μπορεί το μυαλό να λειτουργεί, βγήκα έξω από την αίθουσα και ήταν καλά. Έπειτα όμως βγήκα έξω από το κτίριο, και τότε τα είδα όλα... Σαν να βγαίνεις από τη σπηλιά στην οποία περιπλανιέσαι για μήνες, ξαφνικά στο φως και να τα βλέπεις όλα φωτεινά και διαφορετικά. Ομολογώ πως δεν είχα συνειδητοποιήσει το γεγονός. Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι μια χρονιά στο Χάρβαρντ είχε περάσει ανεπιστρεπτί, είχε περάσει στην ιστορία, είχε περάσει "μια και καλή και γειά σας"... Ομολογώ πως μόνο όταν βγήκα στον ήλιο που έκαιγε (βίρκλιχ, απίστευτο για Βοστώνη, πιάσαμε 33 βαθμούς κελσίου) κατάλαβα ότι είχε έρθει το καλοκαίρι, ότι δεν είχα πια υποχρεώσεις για το πανεπιστήμιο, ότι είχαν τελειώσει τα πάντα, ότι οι μόνες υποχρεώσεις που έχω πλέον κατά νου αφορούν την καλοκαιρινή μου δουλειά στο πανεπιστήμιο...Τότε, το ομολογώ ένοιωσα κάπως περίεργα και παραμιλούσα ότι ήρθε το καλοκαίρι, καθώς βλέπαμε διάφορα αυτοκίνητα (από Χιουντάι, μέχρι Μερσεντές, και Μπεμβεδικά) να μετακομίζουν τους προπτυχιακούς που πετάνε σιγά-σιγά έξω από τις εστίες. Τότε πήγαμε για το τελευταίο φαγητό στο Duddley με τον Κληφ, και την Τζάνγκ, και τον Άλεξ και τ0ν Στηβ. Όλα ξαφνικά έδειχναν ότι τα πάντα τελείωσαν για φέτος, πως ό,τι έγιν'έγινε, πως "η μέρα έφτασε στο τέλος της".
Το βράδυ
Πριν όμως καλά-καλά με πιάσει η μελαγχολία για το τέλος εποχής, ο Μέχμετ, που τυχαία συνάντησα στην εστία, πρότεινε μπύρα για να έρθει κι αυτός στα ίσα του αφού η κοπέλα του τον παράτησε για να πάει να δει τους πειρατές της Καραϊβικής (όχι πείτε μου τώρα τί μυαλό κουβαλάνε οι γκόμενες και γιατί τις λέμε "γκόμενες" στην τελική [μα τους πειρατές της Καραϊβικής?, να πας να δεις Αγγελόπουλο πάει κι έρχεται, αλλά για αυτή τη μούφα αφήνεις τον γκόμενό σου μόνο του?]). Μετά τη μία μπύρα στο Shay's ήρθε η δεύτερη (που ήταν Rolling Rock όπως και η πρώτη), και μετά τη δεύτερη ήρθε η Sapporo η γιαπωνέζικη, και τότε ήμουν έτοιμος για το πάρτυ που με είχε προετοιμάσει η Κωνσταντίνα. Το πάρτυ το διοργάνωνε κάποιος από το τμήμα της (ιστορία της τέχνης) και όπως ήταν φυσιολογικό ένα σωρό πισωγλέντηδες ήταν μαζεμένοι στην αυλή του σπιτιού που φιλοξενούσε την εκδήλωση. Όπως έμαθα αργότερα, είχα πέραση στους κεχαριτωμένους που δεν με είχαν ξαναδεί, εγώ όμως αν είδα κάποια ενδιαφέρουσα παρουσία ήταν μια τουρκάλα με την οποία μιλούσε ο Μέχμετ, από την οποία μάλιστα πήρα και δύο τσιγάρα έτσι για να γιορτάσω το τέλος της χρονιάς όπως και το ηρωικό κατόρθωμα του να μεθάς με μπύρες (γιατί ήρωας πρέπει να είσαι για να καταφέρεις να την "ακούσεις" με μπύρες μόνο).
Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Κάποια στιγμή φύγαμε από το πάρτυ, αφού μας πλαισίωσε και η παρουσία της κοπελιάς του Μέχμετ (μια 20χρονη αμερικάνα από το Wellesly, το πανεπιστήμιο θηλέων -λεσβειών κατά το 20% σύμφωνα με τον φίλο μου) και πήγαμε στο ισόγειο-υπόγειο του Memorial Hall που πλέον λειτουργεί σαν μπαρ για τους Χαρβαρντιανούς φοιτητές (με 2 USΠ την μπύρα παρακαλώ) στο οποίο μπορέσαμε να μπούμε χωρίς ηλικιακές ταυτότητες μόνο επειδή ο Μέχμετ -ως bartender- είχε τα κονέ του...Τελικά δεν πήραμε τίποτα από εκεί και αφού εγώ έφυγα νωρίτερα για το γραφείο ώστε να πάρω τον καπνό με τον οποίο ακόμα (και ποτέ μάλλον δεν θα μάθω) να στρίβω στριφτά τσιγάρα, συναντηθήκαμε έξω από το Child και το Richards για να δούμε τι θα κάνουμε.
Το σχέδιο, η έκπληξη, το ταξίδι
Τότε ήταν η ώρα που η Κωνσταντίνα άρχισε το ψηστήρι για να μάθει τι της ετοίμαζα για την επομένη (τώρα ντε, έχει ήδη αρχίσει να ροδίζει Σάββατο πρωί). Και είναι γεγονός πως της ετοίμαζα έκπληξη πρώτης τάξης αφού της είχα πει πως θα πηγαίναμε "βόλτα" κάπου, κάπως, κάποτε. Δεν της είχα πει όμως ότι στο δικό μου πονηρό μυαλό είχε καρφωθεί η ιδέα του Καναδά αφού ο Στηβ θα πήγαινε εκεί να συναντήσει κάποιους φίλους του για Ριγιούνιον και θα ήταν σπουδαία ευκαιρία να πάμε και μερικοί έξτρα. Τέλοσπάντων, η συζήτηση πήγαινε κι ερχόταν, και η Κωνσταντίνα ως σωστή επιστήμονας (πράγματι χαίρομαι για αυτήν, εγώ δυστυχώς όμως δεν μπορώ να πράξω αναλόγως) είχε τους ενδοιασμούς της αφού είχε να ετοιμάσει ένα χαρτί (το paper στα ελληνοαμερικάνικα) για τις επόμενες μέρες. Μετά από όλη τη συζήτηση, που σταδιακά μετατρεπόταν από πιθανή άρνηση σε rejection πρώτου βαθμού (κάνοντας τα αισθήματά μου να περάσουν από την όχθη της αισιοδοξίας για τον εν δυνάμει βελισσαρικό θρίαμβο (από το όνομα του φίλου μου του Γκωτιέ που πάντα κάτι τέτοια ταξίδια σκαρφίζεται) στην όχθη της Έξτρα λάρτζ χυλόπιτας...
Και εκεί που η συζήτηση το έφερνε στη "χυλόπιτα" νά τη και η Κινέζα που εμφανίστηκε τελείως κομμάτια μετά από Παρασκευοβραδιάτικη αλκοολοποσία συνοδευόμενη από Χαρβαρντιανό μαμούχαλο. Εγώ βέβαια, αφού πλέον το έχω πάρει απόφαση ότι η Κινέζα έχει γραφτεί στην ιστορία ως η δεύτερη αποτυχία σε ισάριθμες σοβαρές προσπάθειες γυναικεύρεσης (πως λέμε συνεύρεση) [η πρώτη ήταν πέρσυ τέτοιο καιρό, που κυνηγούσα -ως ερωτευμενάκι- μια περίεργη ελληνο-ουκρανέζα (όλα τα λεφτά η ιστορία)] συνεχίζω την πλάκα λέγοντας πως όταν φτάσω στις 5 συνεχόμενες αποτυχίες θα αλλάξω στυλ και θα αρχίσω να φοράω ροζ φουστανάκια. Όμως, για ακόμα μια φορά, διέπρεψα στον τομέα που συνήθως τα καταφέρνω καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, που δεν είναι παρά "η παρεξήγηση". Κι αυτό γιατί όταν είπα ότι θα γίνω γκέυ αν απορριφθώ στις 3 επόμενες προσπάθειες γυναικεύρεσης, ο μαμούχαλος ψιλοπαρεξηγήθηκε και μου έδειξε -ροζ στον ήλιο, λευκό στο σκοτάδι- πουκάμισό του, τονίζοντας πως δεν είναι πούστης. Όμως εγώ είχα πει skirts και όχι shirts και τελικά το λύσαμε το θέμα.
Βέβαια αν μπορέσαμε να λύσουμε το παραπάνω, δεν μπορέσαμε να λύσουμε το κεντρικό πρόβλημα που είχε να κάνει με το ποιός και πότε θα πήγαινε τελικά στον Καναδά. 'Εγώ ως άτομο κολλημένο (όπως πολλοί μπορούν να επιβεβαιώσουν) είχα πάρει προ πολλού την απόφασή μου να μην κάνω πίσω, προχωρώντας βουουουουρ για Καναδά.
Τώρα, δηλαδή μέχρι τις 5:30 το πρωί, όλα έχουν πάρει το δρόμο τους, αφού εγώ προσωπικά μπορώ να φροντίσω για τη διαμονή ενός ατόμου (εμού) πράγμα το οποίο και έπραξα...
Σίγουρα τα περιθώρια είναι πολύ στενά (χωρίς να είναι αδύνατο να ταξιδέψει κανείς) όμως κάτι τέτοιες ευκαιρίες δεν πρέπει να χάνονται.
Ενθουσιασμένος καθώς ήμουν λοιπόν, πήρα μια εφημερίδα στα ρώσικα, ένα εμ-πι-3 πλάιερ και ένα γιαπωνέζικο κόμικ με μετάφραση στα ισπανικά ώστε να εκμεταλλευτώ λιγάκι τις 6-6:30 ώρες του ταξιδιού
Το θέμα είναι ότι μετά από όλη αυτή τη συζήτηση, βρέθηκα και πάλι στο πάρκο που βρίσκετα κοντά στο Χάρβαρντ, να προσπαθώ να καπνίσω το τσιγάρο που έστριψα εγώ (γιατί του Τζέησον ήταν ψιλομούφα, και η Κινέζα ήταν πολύ κομμάτια για να στρίψει. Για μια ακόμη φορά συλλογιζόμουν τους φίλους που έχω και που δεν έχω εδώ στο Χάρβαρντ. Τουςνεαρούς αμερικάνους που -κατ'εμέ- δεν συζητάνε ποτέ τίποτα σοβαρό και για την έλλειψη φίλιων φίλων κοντινών και αληθινών.
Και επειδή το κεφάλι μου πέφτει από τη νύστα και την αϋπνία, αφήνω το πόστο τούτο μπας και προλάβω το λεωφορείο για τον Καναδά, με την ελπίδα ότι αυτές οι τάσεις φυγής που πάντα έχω μετά το πέρας οποιουδήποτε δύσκολου στόχου σ'αυτή τη ζωή δεν θα μου βγουν σε κακό...
Canucks here I come...


0 Comments:
Post a Comment
<< Home